Meaning of μπεκ | Babel Free
Ορισμοί
- στενό εξάρτημα το οποίο χρησιμοποιείται για ρύθμιση της ταχύτητας (άρα και της πίεσης) υγρών και αερίων
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Ισοδύναμα
English
Nozzle
Παραδείγματα
“πάλι βούλωσε το μπεκ της γκαζιέρας”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.