Meaning of ντοκ | Babel Free
/ˈdok/Ορισμοί
το τμήμα σε ένα εμπορικό λιμάνι μεταξύ των προβλητών των πλοίων και του κεντρικού κρηπιδώματος, όπου γίνεται η φόρτωση ή η εκφόρτωση των προϊόντων
Ισοδύναμα
English
Dock
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.