Meaning of αποτραβώ | Babel Free
a.po.tɾaˈvoΟρισμοί
- μεταφέρω ή απομακρύνω κάτι ή κάποιον από κάπου
- τραβώ
-
απομονώνω, αποξενώνω figuratively
-
τραβώ περισσότερο familiar
Παραδείγματα
“※ Με τρόπο αποτραβήχτηκε στην κάμαρά της κι έμεινε ξανά μόνη, πολύ μόνη. (Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Μαρία Πάρνη)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.