HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποτραβώ — definition

Conjugation of αποτραβώ

Regular CEFR B2
a.po.tɾaˈvo

μεταφέρω ή απομακρύνω κάτι ή κάποιον από κάπου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποτραβάω
εσύ αποτραβάς
αυτός / αυτή / αυτό αποτραβάει
εμείς αποτραβάμε
εσείς αποτραβάτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποτραβάνε
Παρατατικός
εγώ αποτραβούσα
εσύ αποτραβούσες
αυτός / αυτή / αυτό αποτραβούσε
εμείς αποτραβούσαμε
εσείς αποτραβούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποτραβούσαν
Αόριστος
εγώ αποτράβηξα
εσύ αποτράβηξες
αυτός / αυτή / αυτό αποτράβηξε
εμείς αποτραβήξαμε
εσείς αποτραβήξατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποτράβηξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποτραβήξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποτραβήξω
εσύ αποτραβήξεις
αυτός / αυτή / αυτό αποτραβήξει
εμείς αποτραβήξουμε
εσείς αποτραβήξετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποτραβήξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποτραβάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποτράβηξε
εσείς αποτραβήξτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποτραβήξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποτραβιέμαι
εσύ αποτραβιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό αποτραβιέται
εμείς αποτραβιόμαστε
εσείς αποτραβιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά αποτραβιούνται
Παρατατικός
εγώ αποτραβιόμουν
εσύ αποτραβιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αποτραβιόταν
εμείς αποτραβιόμασταν
εσείς αποτραβιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αποτραβιόνταν
Αόριστος
εγώ αποτραβήχτηκα
εσύ αποτραβήχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό αποτραβήχτηκε
εμείς αποτραβηχτήκαμε
εσείς αποτραβηχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποτραβήχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποτραβηχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποτραβηχτώ
εσύ αποτραβηχτείς
αυτός / αυτή / αυτό αποτραβηχτεί
εμείς αποτραβηχτούμε
εσείς αποτραβηχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποτραβηχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποτραβιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποτραβήξου
εσείς αποτραβηχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποτραβηχτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary