Conjugation of αποτραβώ
a.po.tɾaˈvoμεταφέρω ή απομακρύνω κάτι ή κάποιον από κάπου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποτραβάω |
| εσύ | αποτραβάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποτραβάει |
| εμείς | αποτραβάμε |
| εσείς | αποτραβάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποτραβάνε |
Παρατατικός
| εγώ | αποτραβούσα |
| εσύ | αποτραβούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποτραβούσε |
| εμείς | αποτραβούσαμε |
| εσείς | αποτραβούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποτραβούσαν |
Αόριστος
| εγώ | αποτράβηξα |
| εσύ | αποτράβηξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποτράβηξε |
| εμείς | αποτραβήξαμε |
| εσείς | αποτραβήξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποτράβηξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποτραβήξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποτραβήξω |
| εσύ | αποτραβήξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποτραβήξει |
| εμείς | αποτραβήξουμε |
| εσείς | αποτραβήξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποτραβήξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποτραβάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποτράβηξε |
| εσείς | αποτραβήξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποτραβήξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποτραβιέμαι |
| εσύ | αποτραβιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποτραβιέται |
| εμείς | αποτραβιόμαστε |
| εσείς | αποτραβιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποτραβιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | αποτραβιόμουν |
| εσύ | αποτραβιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποτραβιόταν |
| εμείς | αποτραβιόμασταν |
| εσείς | αποτραβιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποτραβιόνταν |
Αόριστος
| εγώ | αποτραβήχτηκα |
| εσύ | αποτραβήχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποτραβήχτηκε |
| εμείς | αποτραβηχτήκαμε |
| εσείς | αποτραβηχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποτραβήχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποτραβηχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποτραβηχτώ |
| εσύ | αποτραβηχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποτραβηχτεί |
| εμείς | αποτραβηχτούμε |
| εσείς | αποτραβηχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποτραβηχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποτραβιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποτραβήξου |
| εσείς | αποτραβηχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποτραβηχτεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.