σκάω
Ορισμοί
-
εκρήγνυμαι intransitive
-
ξεφουσκώνω βίαια intransitive, transitive
-
πέφτω επάνω, πετάγομαι απότομα καταπάνω, ορμάω και χτυπιέμαι πάνω σε κάτι ή intransitive
-
κάνω γρήγορη κίνηση transitive
-
ανακοινώνομαι ξαφνικά και προξενώ αίσθηση figuratively, intransitive
-
ζεσταίνομαι πάρα πολύ figuratively, intransitive
-
είμαι πολύ θυμωμένος ή στενοχωρημένος figuratively, intransitive
-
στενοχωρώ ή ενοχλώ πολύ κάποιον transitive
-
νιώθω μεγάλη δυσφορία επειδή έφαγα υπερβολικά πολύ figuratively, intransitive
- σωπαίνω, το βουλώνω, βγάζω το σκασμό
-
καταβάλλω χρηματικό ποσό slang, transitive
-
εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι, εισέρχομαι slang
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of σκάω.
Ισοδύναμα
27 more languages
العربيةأتخم
Azərbaycan dilibürkü
Deutschaufblähenausblasenauspustendas Maul haltenden Schnabel haltendie Klappe haltendurchbrennenFressefressenGebirgsschluchthalt's MaulHitzewelleKlammsättigenSchluchtschmorenstark schwitzenverschmachtenwettern
Esperantosufoki
Bahasa Indonesiatiup
한국어陘
Latinafulmino
Polskigardzielgasićgrzmiećnapchaćnapychaćnażrećobjadaćobjeśćpiorunowaćpomstowaćprażyćprzełomuprażyćwąwózwywiaćwywiewaćzamknąćzamknij sięzdmuchiwaćzdmuchnąć
中文閉嘴
Παραδείγματα
“See the alternative form: σκάζω (skázo)”
“έσκασε στα γέλια.”
He/she burst into laughter.
“Σκάω απ’ τη ζέστη.”
I feel very hot.
“Έσκασε επιτέλους αυτός ο παλιόγερος;”
Has that old fart shut up yet?
“Σκάσε πια!”
Shut up, already!
“Η βόμβα έσκασε στα χέρια του.”
“Μου έσκασε το μπροστινό λάστιχο και παραλίγο να σκοτωθώ.”
“Στο τέλος της γιορτής τα παιδιά σκάσανε όλα τα μπαλόνια.”
“Το κύμα σκάει στο βράχο.”
“τα μπουμπούκια σκάσανε'”
“σκάω ένα χαστούκι, ένα φιλί, ένα χαμόγελο”
“Έσκασε το νέο για τη συγχώνευση των δύο τραπεζών.”
“Πάω να κάνω μια βουτιά γιατί έσκασα.”
“σκάω από τη στενοχώρια”
“Τον έσκασες τον άνθρωπο με τις χαζομάρες σου.”
“έσκασα από το πολύ φαΐ”
“Σκάσε πια, μας έπρηξες με τη φλυαρία σου.”
“Έσκασα δυο κατοστάρικα για να πάρω αυτό το μηχάνημα.”
“Για δες, ποιος έσκασε μύτη στο χώρο!”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free