Meaning of χαράδρα | Babel Free
/xaˈɾa.ðɾa/Ορισμοί
- στενόμακρο άνοιγμα στη γη ανάμεσα σε δύο όρη καθώς (κατ’ επέκταση) η κοίτη χειμάρρου που ενίοτε βρίσκεται σ' αυτή
-
το χώρισμα στα (γυναικεία) στήθη familiar, figuratively
Ισοδύναμα
English
Canyon
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.