Meaning of σβήνω | Babel Free
/ˈzvi.no/Ορισμοί
-
σταματώ κάτι από το να καίει ή να καίγεται transitive
-
κάνω κάτι που είναι γραμμένο να μη φαίνεται πια transitive
-
εξαλείφω transitive
-
απενεργοποιώ μια συσκευή transitive
-
ρίχνω κάποιο υγρό (νερό, κρασί, ξύδι κλπ) σε φαγητό που σοτάρω ή τσιγαρίζω, το οποίο κατεβάζει τη θερμοκρασία transitive
-
σταματώ να καίω intransitive
-
σταματώ να λειτουργώ intransitive
-
ικανοποιώ μια σφοδρή επιθυμία ώστε αυτή να μην είναι πια επιτακτική figuratively, intransitive
-
λιποθυμώ ή πεθαίνω intransitive, vulgar
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Ευτυχώς η Πυροσβεστική πρόλαβε και έσβησε την φωτιά γρήγορα.”
“Κωστάκη, σβήσε αυτήν τη λέξη και ξαναγράψε την σωστά, είπε η δασκάλα.”
“※ ⌘ Γιώργος Σεφέρης, Γιώργος Σεφεριάδης 1900‑1971, Άρνηση [ποίημα], 2η στροφή ※ @ebooks.edu.gr”
“Σβήσε το φως όταν φύγεις από το σπίτι για να μην καταναλώνουμε άσκοπα ενέργεια.”
“η φωτιά έσβησε”
“το φως / ο υπολογιστής / το αυτοκίνητο έσβησε ξαφνικά”
“σβήνω τη δίψα μου”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.