Conjugation of σβήνω
ˈzvi.noρίχνω κάποιο υγρό (νερό, κρασί, ξύδι κλπ) σε φαγητό που σοτάρω ή τσιγαρίζω, το οποίο κατεβάζει τη θερμοκρασία Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | σβήνω |
| εσύ | σβήνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | σβήνει |
| εμείς | σβήνουμε |
| εσείς | σβήνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σβήνουν |
Παρατατικός
| εγώ | έσβηνα |
| εσύ | έσβηνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έσβηνε |
| εμείς | σβήναμε |
| εσείς | σβήνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έσβηναν |
Αόριστος
| εγώ | έσβησα |
| εσύ | έσβησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έσβησε |
| εμείς | σβήσαμε |
| εσείς | σβήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έσβησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα σβήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | σβήσω |
| εσύ | σβήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | σβήσει |
| εμείς | σβήσουμε |
| εσείς | σβήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σβήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | σβήνε |
| εσείς | σβήνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σβήσε |
| εσείς | σβήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | σβήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | σβήνομαι |
| εσύ | σβήνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | σβήνεται |
| εμείς | σβηνόμαστε |
| εσείς | σβήνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σβήνονται |
Παρατατικός
| εγώ | σβηνόμουν |
| εσύ | σβηνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | σβηνόταν |
| εμείς | σβηνόμασταν |
| εσείς | σβηνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σβήνονταν |
Αόριστος
| εγώ | σβήστηκα |
| εσύ | σβήστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | σβήστηκε |
| εμείς | σβηστήκαμε |
| εσείς | σβηστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σβήστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα σβηστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | σβηστώ |
| εσύ | σβηστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | σβηστεί |
| εμείς | σβηστούμε |
| εσείς | σβηστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | σβηστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | σβήνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | σβήσου |
| εσείς | σβηστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | σβηστεί |