HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σβήνω — definition

Conjugation of σβήνω

Regular CEFR C2
ˈzvi.no

ρίχνω κάποιο υγρό (νερό, κρασί, ξύδι κλπ) σε φαγητό που σοτάρω ή τσιγαρίζω, το οποίο κατεβάζει τη θερμοκρασία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σβήνω
εσύ σβήνεις
αυτός / αυτή / αυτό σβήνει
εμείς σβήνουμε
εσείς σβήνετε
αυτοί / αυτές / αυτά σβήνουν
Παρατατικός
εγώ έσβηνα
εσύ έσβηνες
αυτός / αυτή / αυτό έσβηνε
εμείς σβήναμε
εσείς σβήνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσβηναν
Αόριστος
εγώ έσβησα
εσύ έσβησες
αυτός / αυτή / αυτό έσβησε
εμείς σβήσαμε
εσείς σβήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσβησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σβήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σβήσω
εσύ σβήσεις
αυτός / αυτή / αυτό σβήσει
εμείς σβήσουμε
εσείς σβήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σβήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σβήνε
εσείς σβήνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σβήσε
εσείς σβήστε
Απαρέμφατο αορίστου
σβήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σβήνομαι
εσύ σβήνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό σβήνεται
εμείς σβηνόμαστε
εσείς σβήνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά σβήνονται
Παρατατικός
εγώ σβηνόμουν
εσύ σβηνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό σβηνόταν
εμείς σβηνόμασταν
εσείς σβηνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά σβήνονταν
Αόριστος
εγώ σβήστηκα
εσύ σβήστηκες
αυτός / αυτή / αυτό σβήστηκε
εμείς σβηστήκαμε
εσείς σβηστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά σβήστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σβηστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σβηστώ
εσύ σβηστείς
αυτός / αυτή / αυτό σβηστεί
εμείς σβηστούμε
εσείς σβηστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά σβηστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς σβήνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σβήσου
εσείς σβηστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
σβηστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary