HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← σκάω — definition

Conjugation of σκάω

Regular CEFR C2
ˈska.o

πέφτω επάνω, πετάγομαι απότομα καταπάνω, ορμάω και χτυπιέμαι πάνω σε κάτι ή Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ σκάω (σκάζω →)
εσύ σκας
αυτός / αυτή / αυτό σκάει
εμείς σκάμε
εσείς σκάτε
αυτοί / αυτές / αυτά σκάνε
Παρατατικός
εγώ έσκαγα (→ έσκαζα)
εσύ έσκαγες
αυτός / αυτή / αυτό έσκαγε
εμείς σκάγαμε
εσείς σκάγατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσκαγαν
Αόριστος
εγώ έσκασα
εσύ έσκασες
αυτός / αυτή / αυτό έσκασε
εμείς σκάσαμε
εσείς σκάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έσκασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα σκάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ σκάσω
εσύ σκάσεις
αυτός / αυτή / αυτό σκάσει
εμείς σκάσουμε
εσείς σκάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά σκάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ σκάε
εσείς σκάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ σκάσε
εσείς σκάστε
Απαρέμφατο αορίστου
σκάσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary