HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

πλέκω

Ρήμα CEFR B1
ˈple.ko

Ορισμοί

  1. φτιάχνω ένα αντικείμενο δημιουργώντας ένα πλέγμα ινών ή άλλου υλικού
    especially
  2. φτιάχνω ένα μάλλινο ρούχο χρησιμοποιώντας βελόνες
    especially
  3. φτιάχνω ένα δοχείο (καλάθι, κάνιστρο κ.λπ.) από βέργες ή ψάθα
  4. πλέκω στίχους/μαντινάδες: συνθέτω ποίημα, στίχους τραγουδιού, μαντινάδα κλπ
    figuratively
  5. πλέκω το εγκώμιο (κάποιου): εγκωμιάζω
    figuratively

Conjugation

Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of πλέκω.

Full conjugation → Practice this verb →

Ισοδύναμα

32 more languages
Azərbaycan dilihörmək
עבריתסרג
Bahasa Indonesiajalin
Kurdîketmotactettêt
Latviešuadītadīts
Te Reo Māoriwhatu
Nederlandsbreienvlechtvlechtenweven
Portuguêstecertricotar
සිංහලගොතනවා
繁體中文辮子

Παραδείγματα

“Η γιαγιά μου έπλεκε κάθε μέρα ένα μάλλινο πουλόβερ.”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη πλέκω σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free