Meaning of πλέκω | Babel Free
ˈple.koΟρισμοί
-
φτιάχνω ένα αντικείμενο δημιουργώντας ένα πλέγμα ινών ή άλλου υλικού especially
-
φτιάχνω ένα μάλλινο ρούχο χρησιμοποιώντας βελόνες especially
- φτιάχνω ένα δοχείο (καλάθι, κάνιστρο κ.λπ.) από βέργες ή ψάθα
-
πλέκω στίχους/μαντινάδες: συνθέτω ποίημα, στίχους τραγουδιού, μαντινάδα κλπ
figuratively
-
πλέκω το εγκώμιο (κάποιου): εγκωμιάζω figuratively
Παραδείγματα
“Η γιαγιά μου έπλεκε κάθε μέρα ένα μάλλινο πουλόβερ.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.