Meaning of ύφανση | Babel Free
/ˈi.fan.si/Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υφαίνω
-
η τεχνοτροπία ή ο τρόπος με τον οποίο έχει υφανθεί κάτι figuratively
Παραδείγματα
“μπορεί το βαμβάκι που χρησιμοποιήθηκε να είναι αιγυπτιακό όμως η ύφανσή του έγινε στην Ελλάδα”
“πήρα ένα ύφασμα με πολύ πυκνή ύφανση”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.