Meaning of υφή | Babel Free
/iˈfi/Ορισμοί
- ο τρόπος που διασταυρώνονται οι ίνες του υφάσματος μεταξύ τους
- ο τρόπος διάταξης των μορίων ή/και των κυττάρων ενός σώματος ή ενός οργανισμού
- η αίσθηση που έχουμε από την επαφή μας με ένα υλικό σώμα
-
η σύνδεση των ιδιαίτερων μερών ενός συνόλου, μιας κατάστασης ή/και ενός λογοτεχνικού έργου figuratively
Παραδείγματα
“η υφή ξύλου (the grain of wood)”
“η υφή υφάσματος (the texture/weave of the cloth)”
“η υφή βιολογικού υλικού (the structure of biological material)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.