HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πλέκω — definition

Conjugation of πλέκω

Regular CEFR B1
ˈple.ko

πλέκω στίχους/μαντινάδες: συνθέτω ποίημα, στίχους τραγουδιού, μαντινάδα κλπ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πλέκω
εσύ πλέκεις
αυτός / αυτή / αυτό πλέκει
εμείς πλέκουμε
εσείς πλέκετε
αυτοί / αυτές / αυτά πλέκουν
Παρατατικός
εγώ έπλεκα
εσύ έπλεκες
αυτός / αυτή / αυτό έπλεκε
εμείς πλέκαμε
εσείς πλέκατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπλεκαν
Αόριστος
εγώ έπλεξα
εσύ έπλεξες
αυτός / αυτή / αυτό έπλεξε
εμείς πλέξαμε
εσείς πλέξατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπλεξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πλέξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πλέξω
εσύ πλέξεις
αυτός / αυτή / αυτό πλέξει
εμείς πλέξουμε
εσείς πλέξετε
αυτοί / αυτές / αυτά πλέξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πλέκε
εσείς πλέκετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πλέξε
εσείς πλέξτε
Απαρέμφατο αορίστου
πλέξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πλέκομαι
εσύ πλέκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό πλέκεται
εμείς πλεκόμαστε
εσείς πλέκεστε
αυτοί / αυτές / αυτά πλέκονται
Παρατατικός
εγώ πλεκόμουν
εσύ πλεκόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πλεκόταν
εμείς πλεκόμασταν
εσείς πλεκόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πλέκονταν
Αόριστος
εγώ πλέχτηκα
εσύ πλέχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό πλέχτηκε
εμείς πλεχτήκαμε
εσείς πλεχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πλέχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πλεχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πλεχτώ
εσύ πλεχτείς
αυτός / αυτή / αυτό πλεχτεί
εμείς πλεχτούμε
εσείς πλεχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πλεχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πλέκεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πλέξου
εσείς πλεχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πλεχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary