Conjugation of πλέκω
ˈple.koπλέκω στίχους/μαντινάδες: συνθέτω ποίημα, στίχους τραγουδιού, μαντινάδα κλπ Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πλέκω |
| εσύ | πλέκεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλέκει |
| εμείς | πλέκουμε |
| εσείς | πλέκετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλέκουν |
Παρατατικός
| εγώ | έπλεκα |
| εσύ | έπλεκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έπλεκε |
| εμείς | πλέκαμε |
| εσείς | πλέκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έπλεκαν |
Αόριστος
| εγώ | έπλεξα |
| εσύ | έπλεξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έπλεξε |
| εμείς | πλέξαμε |
| εσείς | πλέξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έπλεξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πλέξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πλέξω |
| εσύ | πλέξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλέξει |
| εμείς | πλέξουμε |
| εσείς | πλέξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλέξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πλέκε |
| εσείς | πλέκετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πλέξε |
| εσείς | πλέξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πλέξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πλέκομαι |
| εσύ | πλέκεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλέκεται |
| εμείς | πλεκόμαστε |
| εσείς | πλέκεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλέκονται |
Παρατατικός
| εγώ | πλεκόμουν |
| εσύ | πλεκόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλεκόταν |
| εμείς | πλεκόμασταν |
| εσείς | πλεκόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλέκονταν |
Αόριστος
| εγώ | πλέχτηκα |
| εσύ | πλέχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλέχτηκε |
| εμείς | πλεχτήκαμε |
| εσείς | πλεχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλέχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πλεχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πλεχτώ |
| εσύ | πλεχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλεχτεί |
| εμείς | πλεχτούμε |
| εσείς | πλεχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλεχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | πλέκεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πλέξου |
| εσείς | πλεχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πλεχτεί |