HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πλένω — definition

Conjugation of πλένω

Regular CEFR C2
ˈple.no

με νερό και σαπούνι ή απορρυπαντικό καθαρίζω τα ρούχα, τα πιάτα (ή κάτι άλλο) από τις βρομιές Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πλένω
εσύ πλένεις
αυτός / αυτή / αυτό πλένει
εμείς πλένουμε
εσείς πλένετε
αυτοί / αυτές / αυτά πλένουν
Παρατατικός
εγώ έπλενα
εσύ έπλενες
αυτός / αυτή / αυτό έπλενε
εμείς πλέναμε
εσείς πλένατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπλεναν
Αόριστος
εγώ έπλυνα
εσύ έπλυνες
αυτός / αυτή / αυτό έπλυνε
εμείς πλύναμε
εσείς πλύνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπλυναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πλύνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πλύνω
εσύ πλύνεις
αυτός / αυτή / αυτό πλύνει
εμείς πλύνουμε
εσείς πλύνετε
αυτοί / αυτές / αυτά πλύνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πλένε
εσείς πλένετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πλύνε
εσείς πλύντε
Απαρέμφατο αορίστου
πλύνει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πλένομαι
εσύ πλένεσαι
αυτός / αυτή / αυτό πλένεται
εμείς πλενόμαστε
εσείς πλένεστε
αυτοί / αυτές / αυτά πλένονται
Παρατατικός
εγώ πλενόμουν
εσύ πλενόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πλενόταν
εμείς πλενόμασταν
εσείς πλενόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πλένονταν
Αόριστος
εγώ πλύθηκα
εσύ πλύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό πλύθηκε
εμείς πλυθήκαμε
εσείς πλυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πλύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πλυθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πλυθώ
εσύ πλυθείς
αυτός / αυτή / αυτό πλυθεί
εμείς πλυθούμε
εσείς πλυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πλυθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πλένεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πλύσου
εσείς πλυθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πλυθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary