Conjugation of πλένω
ˈple.noμε νερό και σαπούνι ή απορρυπαντικό καθαρίζω τα ρούχα, τα πιάτα (ή κάτι άλλο) από τις βρομιές Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πλένω |
| εσύ | πλένεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλένει |
| εμείς | πλένουμε |
| εσείς | πλένετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλένουν |
Παρατατικός
| εγώ | έπλενα |
| εσύ | έπλενες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έπλενε |
| εμείς | πλέναμε |
| εσείς | πλένατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έπλεναν |
Αόριστος
| εγώ | έπλυνα |
| εσύ | έπλυνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έπλυνε |
| εμείς | πλύναμε |
| εσείς | πλύνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έπλυναν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πλύνω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πλύνω |
| εσύ | πλύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλύνει |
| εμείς | πλύνουμε |
| εσείς | πλύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλύνουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πλένε |
| εσείς | πλένετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πλύνε |
| εσείς | πλύντε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πλύνει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πλένομαι |
| εσύ | πλένεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλένεται |
| εμείς | πλενόμαστε |
| εσείς | πλένεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλένονται |
Παρατατικός
| εγώ | πλενόμουν |
| εσύ | πλενόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλενόταν |
| εμείς | πλενόμασταν |
| εσείς | πλενόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλένονταν |
Αόριστος
| εγώ | πλύθηκα |
| εσύ | πλύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλύθηκε |
| εμείς | πλυθήκαμε |
| εσείς | πλυθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλύθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πλυθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πλυθώ |
| εσύ | πλυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | πλυθεί |
| εμείς | πλυθούμε |
| εσείς | πλυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πλυθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | πλένεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πλύσου |
| εσείς | πλυθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πλυθεί |