Σημασία του ξεχωρίζω | Babel Free
kse.xoˈɾi.zoΟρισμοί
- χωρίζω κατά κατηγορίες ομάδες αντικειμένων ή ανθρώπων
- είμαι διαφορετικός, συνήθως καλύτερος σε κάτι, και με διακρίνουν εύκολα μέσα σε ένα πλήθος, διακρίνομαι σε ένα τομέα, αποσπώμαι από την οικονομική και κοινωνική τάξη στην οποία γεννήθηκα
- διακρίνω ή ακούω με δυσκολία κάτι, δύσκολα εντοπίζω διαφορές
- μεροληπτώ, ευνοώ
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of ξεχωρίζω.
Ισοδύναμα
Català
discriminar
Deutsch
abzeichnen
auffallen
auffallen wie ein bunter Hund
auseinanderklamüsern
auseinanderklauben
auseinandersortieren
auslesen
ausmachen
ausmustern
ausrangieren
ausscheiden
aussondern
aussortieren
auswählen
auszeichnen
benachteiligen
differenzieren
diskriminieren
diskriminieren
gesondert behandeln
herausgreifen
herausheben
herausragen
hervorragen
klauben
richten
Unterscheiden
verlesen
English
Discriminate
discriminate
discriminate
distinguish
distinguish
separate
single out
single out
sort out
sort out
Stand out
stand out
stick out
stick out like a sore thumb
tell the difference
to distinguish
to divide
to stand out
Esperanto
distingi
Français
débrouiller
démerder
détonner
Différences
discriminer
Distinguer
distinguer
faire
faire
faire la différence
faire tache
ranger
régulariser
ressortir
se voir comme le nez au milieu de la figure
singulariser
trier
Galego
sobresaír
עברית
הפלה
Magyar
diszkriminál
Íslenska
standa út
Italiano
cernere
dare nell'occhio
discernere
discriminare
discriminate
eccettuare
essere fin troppo evidente
riordinare
नेपाली
छुट्ट्याउनु
Polski
celować
dyskryminować
górować
obgadać
odcinać
odróżniać
odróżnić
odznaczać
pasować jak pięść do nosa
porachować
poukładać
rzucać się w oczy
wybić
wybijać
wymagający
wyróżniać
zaznaczać
Русский
выделить
выделять
выделяться
выпадать
вычленить
вы́членить
вычленя́ть
вычленять
дискриминировать
обособить
обособлять
один как перст
отбирать
отбира́ть
отобрать
отобра́ть
разбираться
разобраться
разрулить
ไทย
เลือกปฏิบัติ
Українська
виокремити
виокремлювати
вирядити
відсортовувати
відсортувати
дискримінувати
лагодити
полагодити
中文
歧視
繁體中文
歧視
Παραδείγματα
“Ξεχώρισε αν μπορείς τα πουκάμισα απ' το βουνό με τα στεγνωμένα, γιατί θέλω να τα σιδερώσω πρώτα”
“Είναι ψηλός και ξεχωρίζει αμέσως ακόμα και στην παρέλαση”
“Αυτό το παιδί από μικρό ξεχώριζε στη γραμματική και στη γλώσσα”
“Μόνον αυτός ξεχώρισε και μεγαλοπιάστηκε”
“Κι' όλες η γυναίκες της Ηπείρου φοράν μαύρα. Τ' Αργυρόκαστρου μοναχά και του Δελβιναμιού η γυναίκες, παντού ξεχωρίζουν για την ασπράδα της φορεσιάς και την ασπράδα της ώμορφης όψης των αντάμα (Κώστας Κρυστάλλης, Πεζά)”
“Ίσα που ξεχώριζε η κάπνα απ' το φουγάρο του πλοίου που ανοιγόταν”
“Αντε να ξεχωρίσεις τώρα τα δίδυμα”
“... γυρίζω απάνου — κάτου και δε βρίσκω τίποτα. Και άξαφνα εκεί που ξεχωρίζω κανένα, και ρίχνομαι σαν πεινασμένος σκύλος να τ' αδράξω χαπ! και άλλος μου τ' αρπάζει (το σφουγγάρι, στα "Λόγια της Πλώρης", Ανδρέας Καρκαβίτσας)”
“Και όμως δε φαίνεται να είναι η ηδονή διάνοια ούτε αίσθησις ― διότι αυτό είναι παράλογον ― αλλά μόνον επειδή δεν ξεχωρίζουν, φαίνονται εις μερικούς ότι είναι το ίδιον πράγμα (Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια)”
“Γιατί ξεχωρίζεις τα παιδιά σου και κάνεις συνέχεια τα χατήρια της κόρης σου;”
“Ο Θεός δεν ξεχωρίζει τους ανθρώπους”
“Αγαπώ όλες τις τάξες του έθνους μου και κάποτε δεν τις ξεχωρίζω, τα παλέματα των ατόμων, καθώς και των ομάδων, της κοινωνίας μου, δεν τα πολυλογαριάζω· παντού και πάντα υπάρχουν (στο "Νουμά", Ίων Δραγούμης)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free