ξεχωρίζω
Ορισμοί
- χωρίζω κατά κατηγορίες ομάδες αντικειμένων ή ανθρώπων
- είμαι διαφορετικός, συνήθως καλύτερος σε κάτι, και με διακρίνουν εύκολα μέσα σε ένα πλήθος, διακρίνομαι σε ένα τομέα, αποσπώμαι από την οικονομική και κοινωνική τάξη στην οποία γεννήθηκα
- διακρίνω ή ακούω με δυσκολία κάτι, δύσκολα εντοπίζω διαφορές
- μεροληπτώ, ευνοώ
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of ξεχωρίζω.
Ισοδύναμα
32 more languages
Catalàdiscriminar
Deutschabzeichnenauffallenauffallen wie ein bunter Hundauseinanderklamüsernauseinanderklaubenauseinandersortierenauslesenausmachenausmusternausrangierenausscheidenaussondernaussortierenauswählenauszeichnenbenachteiligendifferenzierendiskriminierengesondert behandelnherausgreifenheraushebenherausragenhervorragenklaubenrichtenUnterscheidenverlesen
Esperantodistingi
Galegosobresaír
עבריתהפלה
Magyardiszkriminál
Íslenskastanda út
Italianocerneredare nell'occhiodiscernerediscriminarediscriminateeccettuareessere fin troppo evidenteriordinare
नेपालीछुट्ट्याउनु
Polskicelowaćdyskryminowaćgórowaćobgadaćodcinaćodróżniaćodróżnićodznaczaćpasować jak pięść do nosaporachowaćpoukładaćrzucać się w oczywybićwybijaćwymagającywyróżniaćzaznaczać
Русскийвыделитьвыделятьвыделятьсявыпадатьвы́членитьвычленитьвычленятьвычленя́тьдискриминироватьобособитьобособлятьодин как перстотбиратьотбира́тьотобратьотобра́тьразбиратьсяразобратьсяразрулить
ไทยเลือกปฏิบัติ
中文歧視
繁體中文歧視
Παραδείγματα
“Ξεχώρισε αν μπορείς τα πουκάμισα απ' το βουνό με τα στεγνωμένα, γιατί θέλω να τα σιδερώσω πρώτα”
“Είναι ψηλός και ξεχωρίζει αμέσως ακόμα και στην παρέλαση”
“Αυτό το παιδί από μικρό ξεχώριζε στη γραμματική και στη γλώσσα”
“Μόνον αυτός ξεχώρισε και μεγαλοπιάστηκε”
“Κι' όλες η γυναίκες της Ηπείρου φοράν μαύρα. Τ' Αργυρόκαστρου μοναχά και του Δελβιναμιού η γυναίκες, παντού ξεχωρίζουν για την ασπράδα της φορεσιάς και την ασπράδα της ώμορφης όψης των αντάμα (Κώστας Κρυστάλλης, Πεζά)”
“Ίσα που ξεχώριζε η κάπνα απ' το φουγάρο του πλοίου που ανοιγόταν”
“Αντε να ξεχωρίσεις τώρα τα δίδυμα”
“... γυρίζω απάνου — κάτου και δε βρίσκω τίποτα. Και άξαφνα εκεί που ξεχωρίζω κανένα, και ρίχνομαι σαν πεινασμένος σκύλος να τ' αδράξω χαπ! και άλλος μου τ' αρπάζει (το σφουγγάρι, στα "Λόγια της Πλώρης", Ανδρέας Καρκαβίτσας)”
“Και όμως δε φαίνεται να είναι η ηδονή διάνοια ούτε αίσθησις ― διότι αυτό είναι παράλογον ― αλλά μόνον επειδή δεν ξεχωρίζουν, φαίνονται εις μερικούς ότι είναι το ίδιον πράγμα (Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια)”
“Γιατί ξεχωρίζεις τα παιδιά σου και κάνεις συνέχεια τα χατήρια της κόρης σου;”
“Ο Θεός δεν ξεχωρίζει τους ανθρώπους”
“Αγαπώ όλες τις τάξες του έθνους μου και κάποτε δεν τις ξεχωρίζω, τα παλέματα των ατόμων, καθώς και των ομάδων, της κοινωνίας μου, δεν τα πολυλογαριάζω· παντού και πάντα υπάρχουν (στο "Νουμά", Ίων Δραγούμης)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free