τακτοποιώ
Ορισμοί
- βάζω σε τάξη αντικείμενα
- βάζω σε τάξη, ρυθμίζω καθημερινές μικροϋποθέσεις ή σοβαρές εκκρεμότητες
- εξοφλώ
- διορίζω κάποιον κάνοντας ρουσφέτι
- ησυχάζω μετά από κάποια περίοδο σχετικής αναστάτωσης ή αναζήτησης
- εξασφαλίζω σε κάποιον εργασία ή τα εφόδια, τα μέσα για να ζήσει
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of τακτοποιώ.
Ισοδύναμα
20 more languages
Παραδείγματα
“τακτοποιώ τη ζωή μου”
to sort out one's life
“Θέλω να τον συναντήσω - μπορείς να το τακτοποιήσεις;”
I want to meet him - can you sort it out/arrange it?
“Μη φοβάσαι, θα τον τακτοποιήσω εγώ.”
Don't worry, I'll sort him out.
“Τακτοποιείστε το δωμάτιο βρε παιδιά!”
“-Σε ζητούσε ο Τάκης το πρωί. Τι θέλει πάλι; -Μην ασχολείσαι. Το τακτοποίησα”
“Τάσο να τακτοποιήσεις τη ΔΕΗ γιατί θα μας κόψουν το ρεύμα”
“Μη σκας για τον Τάσο. Όταν δεν τον τακτοποιεί η ΝΔ τον τακτοποιεί το ΠΑΣΟΚ. Παντού έχει άκριες”
“Τα παιδιά τακτοποιήθηκαν στο καινούργιο σπίτι ή όχι ακόμα;”
“Ο γιος σου τακτοποιήθηκε ή ακόμα ψάχνει για δουλειά ο ταλαίπωρος;”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free