HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← τακτοποιώ — definition

Conjugation of τακτοποιώ

Regular CEFR C2
taktopiˈo

βάζω σε τάξη, ρυθμίζω καθημερινές μικροϋποθέσεις ή σοβαρές εκκρεμότητες Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τακτοποιώ
εσύ τακτοποιείς
αυτός / αυτή / αυτό τακτοποιεί
εμείς τακτοποιούμε
εσείς τακτοποιείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τακτοποιούν
Παρατατικός
εγώ τακτοποιούσα
εσύ τακτοποιούσες
αυτός / αυτή / αυτό τακτοποιούσε
εμείς τακτοποιούσαμε
εσείς τακτοποιούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τακτοποιούσαν
Αόριστος
εγώ τακτοποίησα
εσύ τακτοποίησες
αυτός / αυτή / αυτό τακτοποίησε
εμείς τακτοποιήσαμε
εσείς τακτοποιήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά τακτοποίησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τακτοποιήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τακτοποιήσω
εσύ τακτοποιήσεις
αυτός / αυτή / αυτό τακτοποιήσει
εμείς τακτοποιήσουμε
εσείς τακτοποιήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά τακτοποιήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τακτοποιείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τακτοποίησε
εσείς τακτοποιήστε
Απαρέμφατο αορίστου
τακτοποιήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ τακτοποιούμαι
εσύ τακτοποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό τακτοποιείται
εμείς τακτοποιούμαστε
εσείς τακτοποιείστε
αυτοί / αυτές / αυτά τακτοποιούνται
Παρατατικός
εγώ τακτοποιούμουν
εσύ τακτοποιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό τακτοποιούνταν
εμείς τακτοποιούμασταν
εσείς [τακτοποιούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά τακτοποιούνταν
Αόριστος
εγώ τακτοποιήθηκα
εσύ τακτοποιήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό τακτοποιήθηκε
εμείς τακτοποιηθήκαμε
εσείς τακτοποιηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά τακτοποιήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα τακτοποιηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ τακτοποιηθώ
εσύ τακτοποιηθείς
αυτός / αυτή / αυτό τακτοποιηθεί
εμείς τακτοποιηθούμε
εσείς τακτοποιηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά τακτοποιηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς τακτοποιείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ τακτοποιήσου
εσείς τακτοποιηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
τακτοποιηθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary