Conjugation of τακτοποιώ
taktopiˈoβάζω σε τάξη, ρυθμίζω καθημερινές μικροϋποθέσεις ή σοβαρές εκκρεμότητες Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τακτοποιώ |
| εσύ | τακτοποιείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | τακτοποιεί |
| εμείς | τακτοποιούμε |
| εσείς | τακτοποιείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τακτοποιούν |
Παρατατικός
| εγώ | τακτοποιούσα |
| εσύ | τακτοποιούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τακτοποιούσε |
| εμείς | τακτοποιούσαμε |
| εσείς | τακτοποιούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τακτοποιούσαν |
Αόριστος
| εγώ | τακτοποίησα |
| εσύ | τακτοποίησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τακτοποίησε |
| εμείς | τακτοποιήσαμε |
| εσείς | τακτοποιήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τακτοποίησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τακτοποιήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τακτοποιήσω |
| εσύ | τακτοποιήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | τακτοποιήσει |
| εμείς | τακτοποιήσουμε |
| εσείς | τακτοποιήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τακτοποιήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | τακτοποιείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τακτοποίησε |
| εσείς | τακτοποιήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τακτοποιήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | τακτοποιούμαι |
| εσύ | τακτοποιείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | τακτοποιείται |
| εμείς | τακτοποιούμαστε |
| εσείς | τακτοποιείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τακτοποιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | τακτοποιούμουν |
| εσύ | τακτοποιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | τακτοποιούνταν |
| εμείς | τακτοποιούμασταν |
| εσείς | [τακτοποιούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τακτοποιούνταν |
Αόριστος
| εγώ | τακτοποιήθηκα |
| εσύ | τακτοποιήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | τακτοποιήθηκε |
| εμείς | τακτοποιηθήκαμε |
| εσείς | τακτοποιηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τακτοποιήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα τακτοποιηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | τακτοποιηθώ |
| εσύ | τακτοποιηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | τακτοποιηθεί |
| εμείς | τακτοποιηθούμε |
| εσείς | τακτοποιηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | τακτοποιηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | τακτοποιείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | τακτοποιήσου |
| εσείς | τακτοποιηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | τακτοποιηθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.