Meaning of ξαπλώνω | Babel Free
/ksaˈplo.no/Ορισμοί
-
τοποθετώ τον εαυτό μου σε οριζόντια θέση intransitive
-
πέφτω στο κρεβάτι για να κοιμηθώ ή απλώς να ξεκουραστώ intransitive
-
τοποθετώ κάποιον σε οριζόντια θέση, στο κρεβάτι transitive
-
ρίχνω κάποιον στο έδαφος με δυνατό χτύπημα transitive
Παραδείγματα
“θα πάω να ξαπλώσω για λίγο”
“※ Με ξάπλωσαν πάνω σ' ένα τραπέζι με ρόδες. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ο γύψος. Συλλογή διηγημάτων Δεκαοχτώ κείμενα. Αθήνα: Κέδρος, 1970)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.