Meaning of κατακυρώνω | Babel Free
/ka.ta.ciˈɾo.no/Ορισμοί
- κάνω κάτι να είναι έγκυρο
- αναγνωρίζω επίσημα το δικαίωμα κάποιου να έχει κάτι στην κατοχή του
-
εγκρίνω την πλειοδοτική προσφορά κάποιου σε δημοπρασία και του μεταβιβάζω την κυριότητα κάποιου πράγματος especially
Ισοδύναμα
English
knock down
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.