Meaning of δηκτικός | Babel Free
/ði.ktiˈkos/Ορισμοί
-
που δαγκώνει, δαγκωνιάρης literally
-
που θίγει, που πειράζει, που προκαλεί λόγω της οξύτητάς του figuratively
Παραδείγματα
“δηκτικός λόγος, δηκτικός υπαινιγμός”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.