HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σφίγγω | Babel Free

Verb CEFR C2 Specialized
/ˈsfiŋ.ɡo/

Ορισμοί

  1. πιάνω κάτι και το κρατώ δυνατά ώστε να μην μπορεί να κινηθεί
  2. στρέφω κάτι ή το μαζεύω ώστε να μην είναι χαλαρό
  3. ασκώ έντονη πίεση σε κάποιον, πιέζω
    figuratively

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Ήθελα να την αγκαλιάσω, να την σφίξω πάνω μου. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)”
“σφίγγω μια βίδα, σφίγγω τη θηλειά”
“※ Ο τρόμος τής έσφιγγε το λαιμό και δεν μπορούσε ν' ανασάνει. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σφίγγω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course