HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

σφίγγω

Ρήμα CEFR C2 Specialized
ˈsfiŋ.ɡo

Ορισμοί

  1. πιάνω κάτι και το κρατώ δυνατά ώστε να μην μπορεί να κινηθεί
  2. στρέφω κάτι ή το μαζεύω ώστε να μην είναι χαλαρό
  3. ασκώ έντονη πίεση σε κάποιον, πιέζω
    figuratively

Ισοδύναμα

28 more languages
Българскисвивам
Lietuviųveržti
Македонскистегнестесни
Românăstrânge
Tiếng Việtthắt lưng

Παραδείγματα

“※ Ήθελα να την αγκαλιάσω, να την σφίξω πάνω μου. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)”
“σφίγγω μια βίδα, σφίγγω τη θηλειά”
“※ Ο τρόμος τής έσφιγγε το λαιμό και δεν μπορούσε ν' ανασάνει. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη σφίγγω σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free