Meaning of σφίγγω | Babel Free
/ˈsfiŋ.ɡo/Ορισμοί
- πιάνω κάτι και το κρατώ δυνατά ώστε να μην μπορεί να κινηθεί
- στρέφω κάτι ή το μαζεύω ώστε να μην είναι χαλαρό
-
ασκώ έντονη πίεση σε κάποιον, πιέζω figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Ήθελα να την αγκαλιάσω, να την σφίξω πάνω μου. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους, [μυθιστόρημα], 2012)”
“σφίγγω μια βίδα, σφίγγω τη θηλειά”
“※ Ο τρόμος τής έσφιγγε το λαιμό και δεν μπορούσε ν' ανασάνει. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.