Σημασία του κατεβάζω | Babel Free
ka.teˈva.zoΟρισμοί
- κινώ κάτι από ένα ψηλότερο σημείο σε ένα χαμηλότερο
-
ελαττώνω, μειώνω figuratively
-
κάνω κάτι πιο φθηνό figuratively
- (για μέσο μεταφοράς) αποβιβάζω επιβάτη
- βρίσκω ιδέες, λύσεις, δεξόδους
-
τρώω ή πίνω με λαιμαργία figuratively, vulgar
- καθαιρώ κάποιον από το αξίωμά του
- αποδίδω σε κάποιον όμοιους χαρακτηρισμούς
- υποβιβάζω
- (στην πολιτική) προτείνω κάποιον ως υποψήφιο
- (θέατρο) διακόπτω τις παραστάσεις εξαιτίας της μη προσέλευσης κοινού
- (για ποτάμι) μεταφέρω
- απαριθμώ, συσσωρεύω λεκτικά
- μεταφέρω τον τόνο από την προπαραλήγουσα στην παραλήγουσα ή τη λήγουσα
- παρουσιάζω στο γήπεδο ομάδα ή αθλητή
- μεταφέρω στην οθόνη ή στο σκληρό του υπολογιστή αρχεία
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of κατεβάζω.
Ισοδύναμα
Bosanski
kvasa
noć
oboriti
skidati
skinuti
spuštati
spustiti
vit
збивати
збити
оборити
опустити
скидати
скинути
спустити
спуштати
Čeština
bořit
bourat
oddělat
pokládat
složit
snášet
srovnat se zemí
stáhnout
upustit
vysadit
zbourat
Deutsch
abbauen
abblasen
abbrechen
abfallen
abhängen
abschlagen
absetzen
abstellen
abtragen
abwerfen
auf ex trinken
aufklappen
erlassen
herabziehen
herunterziehen
hinlegen
hinstellen
hinunterziehen
kleinmachen
niederreißen
rauslassen
schenken
tuckern
umreißen
unterkriegen
English
bring down
chug
chug
depose
down
down
down
down
down
download
download
let off
lower
lower
lower
lower
pull down
put down
take down
take down
to drop off
Français
abaisser
abaisser
abattre
baisser
baisser
démolir
dépose
dépose
déposer
faire cul sec
siffler
télécharger
télécharger
Hrvatski
kvasa
noć
oboriti
skidati
skinuti
spuštati
spustiti
vit
збивати
збити
оборити
опустити
скидати
скинути
спустити
спуштати
Kurdî
vit
Latviešu
aizmigt
Polski
detonować
detronizować
łoić
obniżać
odpadać
odpalać
odpalić
odpaść
odprawiać
odprawić
podrzucać
podrzucić
przysnąć
przysypiać
sapać
sapnąć
ściągać
ściągnąć
spuszczać
uśpić
usypiać
wysadzać
wysadzić
zdejmować
zdetonować
zdetronizować
zdjąć
zeznać
zeznawać
zgniatać
zgnieść
złoić
znieść
znosić
zsadzać
zsadzić
zsunąć
zsuwać
zwieść
zwieźć
zwodzić
zwozić
Русский
издавать
низлагать
ниспровергнуть
отпускать
оттягивать
подстреливать
подстрелить
свергать
снижать
Српски
kvasa
noć
oboriti
skidati
skinuti
spuštati
spustiti
vit
збивати
збити
оборити
опустити
скидати
скинути
спустити
спуштати
Παραδείγματα
“μπορείς να κατεβάσεις τη φωνή σου;”
“κατεβάζουν τις τιμές!”
“θα σας κατεβάσω, αν ενοχλείτε!”
“(ειδικότερα) πηγαίνω κάποιον πιο χαμηλά από το σημείο που βρίσκεται ή στο κέντρο της πόλης”
“αυτό της κατέβηκε, αυτό κάνει”
“με τη μια κατέβασε το ποτήρι του”
“ανόητη με ανεβάζει, ηλίθια με κατεβάζει”
“κατεβάζεις πολύ τη συζήτηση”
“η αντίπαλη παράταξη κατεβάζει στις επόμενες εκλογές δύο νέα πρόσωπα”
“αν αρχίσομε να κατεβάζομε όσα είδαμε, θα μας πάρει πολλή ώρα”
“η ομάδα θα κατεβάσει τους αναπληρωματικούς παίκτες αυτή τη φορά”
“θέλω να κατεβάσω αρχεία από το ίντερνετ”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free