Conjugation of κατεβάζω
ka.teˈva.zoμεταφέρω τον τόνο από την προπαραλήγουσα στην παραλήγουσα ή τη λήγουσα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κατεβάζω |
| εσύ | κατεβάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατεβάζει |
| εμείς | κατεβάζουμε |
| εσείς | κατεβάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατεβάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | κατέβαζα |
| εσύ | κατέβαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατέβαζε |
| εμείς | κατεβάζαμε |
| εσείς | κατεβάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατέβαζαν |
Αόριστος
| εγώ | κατέβασα |
| εσύ | κατέβασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατέβασε |
| εμείς | κατεβάσαμε |
| εσείς | κατεβάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατέβασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κατεβάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κατεβάσω |
| εσύ | κατεβάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατεβάσει |
| εμείς | κατεβάσουμε |
| εσείς | κατεβάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατεβάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κατέβαζε |
| εσείς | κατεβάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατέβασε |
| εσείς | κατεβάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κατεβάσει |