Conjugation of κατεβαίνω
ka.teˈve.noόταν λέμε κατεβάζω τη μπάλα, σε παιχνίδι ή άθλημα, εννοούμε πως κινούμαι από τη δική μου περιοχή προς την περιοχή του αντιπάλου, έχοντας στην κατοχή μου τη μπάλα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | κατεβαίνω |
| εσύ | κατεβαίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατεβαίνει |
| εμείς | κατεβαίνουμε |
| εσείς | κατεβαίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατεβαίνουν |
Παρατατικός
| εγώ | κατέβαινα |
| εσύ | κατέβαινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατέβαινε |
| εμείς | κατεβαίναμε |
| εσείς | κατεβαίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατέβαιναν |
Αόριστος
| εγώ | κατέβηκα |
| εσύ | κατέβηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατέβηκε |
| εμείς | κατεβήκαμε |
| εσείς | κατεβήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατέβηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα κατέβω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | κατέβω |
| εσύ | κατέβεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | κατέβει |
| εμείς | κατέβουμε |
| εσείς | κατέβετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | κατέβουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | κατέβαινε |
| εσείς | κατεβαίνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | κατέβα |
| εσείς | κατεβείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | κατέβει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.