κατέβαλε
Ορισμοί
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβάλλω
Παραδείγματα
“Ο πελάτης κατέβαλε ολόκληρο το ποσό μετρητοίς.”
The customer paid the whole amount in cash.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free