Σημασία του κατέβαλε | Babel Free
kaˈte.va.leΟρισμοί
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος καταβάλλω
Παραδείγματα
“Ο πελάτης κατέβαλε ολόκληρο το ποσό μετρητοίς.”
The customer paid the whole amount in cash.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free