Meaning of σάλος | Babel Free
/ˈsa.los/Ορισμοί
- ισχυρός κυματισμός της θάλασσας
- ανδρικό επώνυμο
-
ο ευρύτατος, συνήθως αρνητικός, αντίκτυπος που έχει ένα γεγονός στην κοινή γνώμη figuratively
Ισοδύναμα
English
Turmoil
Παραδείγματα
“Παραιτήθηκε ο πρωθυπουργός. Έγινε σάλος.”
The prime minister resigned. There was an uproar.
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.