Meaning of ταραχή | Babel Free
/ta.ɾaˈçi/Ορισμοί
- ψυχοσωματική ανησυχία και αναστάτωση
- αταξία και αναστάτωση που επικρατεί σε κάποιο μέρος ή σ’ ένα σύνολο ανθρώπων
- βίαιη ανακίνηση
-
θόρυβος dated
-
ταραχές κοινωνικές αναστατώσεις και εκδηλώσεις διαμαρτυρίας plural
Παραδείγματα
“Φοβάται μήπως διασταυρωθούν τα βλέμματά μας και τα χάσει από την ταραχή. (Πέτρος Μάρκαρης, Βασικός μέτοχος, 2006, σελ. 13)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.