Meaning of θίγω | Babel Free
ˈθi.ɣoΟρισμοί
- προσβάλλω
- βλάπτω υλικά ή ηθικά
- περιορίζω το δικαίωμα κάποιου πάνω σε κάτι ή του το αφαιρώ
- επεμβαίνω, για να επιφέρω αλλαγές σε κάτι
- ακουμπώ, χρησιμοποιώ
- αφορώ
- μιλάω για κάτι ευκαιριακά και επιφανειακά
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.