HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← θίγω — definición

Conjugation of θίγω

Regular CEFR B1
/ˈθi.ɣo/

περιορίζω το δικαίωμα κάποιου πάνω σε κάτι ή του το αφαιρώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θίγω
εσύ θίγεις
αυτός / αυτή / αυτό θίγει
εμείς θίγουμε
εσείς θίγετε
αυτοί / αυτές / αυτά θίγουν
Παρατατικός
εγώ έθιγα
εσύ έθιγες
αυτός / αυτή / αυτό έθιγε
εμείς θίγαμε
εσείς θίγατε
αυτοί / αυτές / αυτά έθιγαν
Αόριστος
εγώ έθιξα
εσύ έθιξες
αυτός / αυτή / αυτό έθιξε
εμείς θίξαμε
εσείς θίξατε
αυτοί / αυτές / αυτά έθιξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θίξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θίξω
εσύ θίξεις
αυτός / αυτή / αυτό θίξει
εμείς θίξουμε
εσείς θίξετε
αυτοί / αυτές / αυτά θίξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ θίγε
εσείς θίγετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θίξε
εσείς θίξτε
Απαρέμφατο αορίστου
θίξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θίγομαι
εσύ θίγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό θίγεται
εμείς θιγόμαστε
εσείς θίγεστε
αυτοί / αυτές / αυτά θίγονται
Παρατατικός
εγώ θιγόμουν
εσύ θιγόσουν
αυτός / αυτή / αυτό θιγόταν
εμείς θιγόμασταν
εσείς θιγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά θίγονταν
Αόριστος
εγώ θίχτηκα
εσύ θίχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό θίχτηκε
εμείς θιχτήκαμε
εσείς θιχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά θίχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θιχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θιχτώ
εσύ θιχτείς
αυτός / αυτή / αυτό θιχτεί
εμείς θιχτούμε
εσείς θιχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά θιχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς θίγεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θίξου
εσείς θιχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
θιχτεί

Más conjugaciones

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary