Conjugation of θίγω
/ˈθi.ɣo/περιορίζω το δικαίωμα κάποιου πάνω σε κάτι ή του το αφαιρώ Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | θίγω |
| εσύ | θίγεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θίγει |
| εμείς | θίγουμε |
| εσείς | θίγετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θίγουν |
Παρατατικός
| εγώ | έθιγα |
| εσύ | έθιγες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έθιγε |
| εμείς | θίγαμε |
| εσείς | θίγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έθιγαν |
Αόριστος
| εγώ | έθιξα |
| εσύ | έθιξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έθιξε |
| εμείς | θίξαμε |
| εσείς | θίξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έθιξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα θίξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | θίξω |
| εσύ | θίξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | θίξει |
| εμείς | θίξουμε |
| εσείς | θίξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θίξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | θίγε |
| εσείς | θίγετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | θίξε |
| εσείς | θίξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | θίξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | θίγομαι |
| εσύ | θίγεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | θίγεται |
| εμείς | θιγόμαστε |
| εσείς | θίγεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θίγονται |
Παρατατικός
| εγώ | θιγόμουν |
| εσύ | θιγόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | θιγόταν |
| εμείς | θιγόμασταν |
| εσείς | θιγόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θίγονταν |
Αόριστος
| εγώ | θίχτηκα |
| εσύ | θίχτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | θίχτηκε |
| εμείς | θιχτήκαμε |
| εσείς | θιχτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θίχτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα θιχτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | θιχτώ |
| εσύ | θιχτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | θιχτεί |
| εμείς | θιχτούμε |
| εσείς | θιχτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | θιχτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | θίγεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | θίξου |
| εσείς | θιχτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | θιχτεί |