Meaning of αποκρούω | Babel Free
/apoˈkruo/Ορισμοί
- απωθώ άτομο, αποφεύγω ενεργά ένα χτύπημα, μία επίθεση (π.χ. στον πόλεμο ή στο ποδόσφαιρο)
- απορρίπτω μία πρόταση (π.χ. ερωτική)
- αμύνομαι με τη μεταφορική έννοια, αντικρούω (π.χ. τα επιχειρήματα ή τις εναντίον μου κατηγορίες)
Ισοδύναμα
English
answer
Παραδείγματα
“(ειδικότερα) (αθλητισμός) (για τερματοφύλακα) σταματάω ή αλλάζω την πορεία της μπάλας ώστε να μην μπει γκολ”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.