HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αποκρούω — definition

Conjugation of αποκρούω

Regular CEFR B2
apoˈkruo

αμύνομαι με τη μεταφορική έννοια, αντικρούω (π.χ. τα επιχειρήματα ή τις εναντίον μου κατηγορίες) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποκρούω
εσύ αποκρούεις
αυτός / αυτή / αυτό αποκρούει
εμείς αποκρούουμε
εσείς αποκρούετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκρούουν
Παρατατικός
εγώ απέκρουα
εσύ απέκρουες
αυτός / αυτή / αυτό απέκρουε
εμείς αποκρούαμε
εσείς αποκρούατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέκρουαν
Αόριστος
εγώ απέκρουσα
εσύ απέκρουσες
αυτός / αυτή / αυτό απέκρουσε
εμείς αποκρούσαμε
εσείς αποκρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά απέκρουσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποκρούσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποκρούσω
εσύ αποκρούσεις
αυτός / αυτή / αυτό αποκρούσει
εμείς αποκρούσουμε
εσείς αποκρούσετε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκρούσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ απόκρουε
εσείς αποκρούετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ απόκρουσε
εσείς αποκρούστε
Απαρέμφατο αορίστου
αποκρούσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αποκρούομαι
εσύ αποκρούεσαι
αυτός / αυτή / αυτό αποκρούεται
εμείς αποκρουόμαστε
εσείς αποκρούεστε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκρούονται
Παρατατικός
εγώ αποκρουόμουν
εσύ αποκρουόσουν
αυτός / αυτή / αυτό αποκρουόταν
εμείς αποκρουόμασταν
εσείς αποκρουόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά αποκρούονταν
Αόριστος
εγώ αποκρούστηκα
εσύ αποκρούστηκες
αυτός / αυτή / αυτό αποκρούστηκε
εμείς αποκρουστήκαμε
εσείς αποκρουστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκρούστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αποκρουστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αποκρουστώ
εσύ αποκρουστείς
αυτός / αυτή / αυτό αποκρουστεί
εμείς αποκρουστούμε
εσείς αποκρουστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά αποκρουστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς αποκρούεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ αποκρούσου
εσείς αποκρουστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
αποκρουστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary