Conjugation of αποκρούω
apoˈkruoαμύνομαι με τη μεταφορική έννοια, αντικρούω (π.χ. τα επιχειρήματα ή τις εναντίον μου κατηγορίες) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποκρούω |
| εσύ | αποκρούεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκρούει |
| εμείς | αποκρούουμε |
| εσείς | αποκρούετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκρούουν |
Παρατατικός
| εγώ | απέκρουα |
| εσύ | απέκρουες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέκρουε |
| εμείς | αποκρούαμε |
| εσείς | αποκρούατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέκρουαν |
Αόριστος
| εγώ | απέκρουσα |
| εσύ | απέκρουσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέκρουσε |
| εμείς | αποκρούσαμε |
| εσείς | αποκρούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέκρουσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποκρούσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποκρούσω |
| εσύ | αποκρούσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκρούσει |
| εμείς | αποκρούσουμε |
| εσείς | αποκρούσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκρούσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | απόκρουε |
| εσείς | αποκρούετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απόκρουσε |
| εσείς | αποκρούστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποκρούσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποκρούομαι |
| εσύ | αποκρούεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκρούεται |
| εμείς | αποκρουόμαστε |
| εσείς | αποκρούεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκρούονται |
Παρατατικός
| εγώ | αποκρουόμουν |
| εσύ | αποκρουόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκρουόταν |
| εμείς | αποκρουόμασταν |
| εσείς | αποκρουόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκρούονταν |
Αόριστος
| εγώ | αποκρούστηκα |
| εσύ | αποκρούστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκρούστηκε |
| εμείς | αποκρουστήκαμε |
| εσείς | αποκρουστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκρούστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποκρουστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποκρουστώ |
| εσύ | αποκρουστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποκρουστεί |
| εμείς | αποκρουστούμε |
| εσείς | αποκρουστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποκρουστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποκρούεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποκρούσου |
| εσείς | αποκρουστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποκρουστεί |