Meaning of έρημος | Babel Free
/ˈe.ɾi.mos/Ορισμοί
- που είναι απομακρυσμένος από τους άλλους
-
που συνάντησε μεγάλες δυστυχίες στη ζωή του figuratively
Παραδείγματα
“Μετά το χωρισμό τους ζει μόνη κι έρημη.”
“Τι να πρωτοπεί και τι να πρωτοκάνει ο έρημος; όπως του έρχονται τα πράγματα, τα παίρνει.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.