HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ερημικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/e.ɾi.miˈkos/

Ορισμοί

  1. που βρίσκεται σε ερημιά ή χαρακτηρίζεται απ' αυτή
  2. που βρίσκεται σε έρημο, ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτή

Παραδείγματα

“Σήμερα πάλι λιόχαρος είν' ο γιαλός κι ο δρόμος / ο ερημικός που σέρνεται κοντά στ' ακροθαλάσσι. (Λάμπρος Πόρφυρας, 1879–1932)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ερημικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course