Meaning of ψευδο- | Babel Free
/pse.vðo/Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό λέξεων συνήθως επιστημονικών ή λόγιων που δηλώνει ότι κάποιος / κάτι είναι ψευδής ή του λείπουν πολλά από τα χαρακτηριστικά του δεύτερου συνθετικού
- είναι πλαστός, τεχνητός, ψευδής
- υπάρχει ή γίνεται υποκριτικά ή στη φαντασία
- μιμείται κάποιον / κάτι
Ισοδύναμα
English
pseudo-
Παραδείγματα
“ψευδο- (psevdo-) + μάρτυρας (mártyras, “witness”) → ψευδομάρτυρας (psevdomártyras, “false witness, perjurer”)”
“ψευδο- (psevdo-) + προφήτης (profítis, “prophet”) → ψευδοπροφήτης (psevdoprofítis, “false prophet”)”
“ψευδο- (psevdo-) + πάτωμα (pátoma, “floor”) → ψευδοπάτωμα (psevdopátoma, “subfloor”)”
“ψευδό- (psevdó-) + τίτλος (títlos, “title”) → ψευδότιτλος (psevdótitlos, “half title”)”
“ψευδ- (psevd-) + άργυρος (árgyros, “silver”) → ψευδάργυρος (psevdárgyros, “zinc”)”
“ψευδομάρτυρας, ψευδαπόστολος”
“ψευδαίσθηση”
“ψευδοπάτωμα, ψευδότοιχος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.