Meaning of ψιλο- | Babel Free
/psi.lo/Ορισμοί
- υπάρχει ή γίνεται σε μικρά κομμάτια, ή πολύ λεπτό
- προκύπτει μετά από προσεκτική επεξεργασία
- είναι ασήμαντο, γίνεται σε μικρό βαθμό
- γίνεται με επανάληψη, αλλά σε μικρό βαθμό
Παραδείγματα
“ψιλο- (psilo-) + κόβω (kóvo, “I cut”) → ψιλοκόβω (psilokóvo, “I cut thinly”)”
“ψιλο- (psilo-) + φλούδα f (floúda, “rind”) → ψιλόφλουδος (psilófloudos, “with thin rind”) (especially for fruit)”
“ψιλο- (psilo-) + δουλειά f (douleiá, “work”) → ψιλοδουλειά (psilodouleiá)”
“ψιλο- (psilo-) + πράγματα n pl (prágmata, “things”) → ψιλοπράγματα (psiloprágmata, “unimportant things”)”
“ψιλόφλουδος”
“ψιλαλέθω, ψιλοαλέθω”
“ψιλοδουλειά”
“ψιλοκρυωμένος”
“ψιλοψάχνω”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.