HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ψωρο- | Babel Free

Phrase CEFR B1
/pso.ɾo/

Ορισμοί

  1. πρώτο συνθετικό που εκφράζει
  2. σχέση με την ασθένεια της ψώρας στο σημείο που ορίζεται από το δεύτερο συνθετικό
  3. χαρακατηρισμός περιφρονητικός για ό,τι ορίζεται στο δεύτερο συνθετικό ή υποκοριστική σημασία
    offensive
  4. επιτατικό πρόθημα για τη μειωτική σημασία σε επίθετα

Παραδείγματα

“ψωροσπερμίαση”
“ψωροφθαλμία”
“ψωροκώσταινα”
“ψωροκακόμοιρος”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ψωρο- used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course