Meaning of ψωρο- | Babel Free
/pso.ɾo/Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό που εκφράζει
- σχέση με την ασθένεια της ψώρας στο σημείο που ορίζεται από το δεύτερο συνθετικό
-
χαρακατηρισμός περιφρονητικός για ό,τι ορίζεται στο δεύτερο συνθετικό ή υποκοριστική σημασία offensive
- επιτατικό πρόθημα για τη μειωτική σημασία σε επίθετα
Παραδείγματα
“ψωροσπερμίαση”
“ψωροφθαλμία”
“ψωροκώσταινα”
“ψωροκακόμοιρος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.