Meaning of ωο- | Babel Free
/o.o/Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό που εκφράζει
- σχέση με αβγό
- σχέση με το ωάριο
Παραδείγματα
“ωοτόκος”
“ωοθήκη”
“ωόκεντρο”
“ωαγωγός”
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.