Meaning of ψυχο- | Babel Free
/psi.xo/Ορισμοί
-
πρώτο συνθετικό που αναφέρεται formal
-
στην ψυχή και τον πνευματικό κόσμο του ανθρώπου και φιλοσοφικές θεωρίες που σχετίζονται με την ψυχή formal
-
στην ψυχή των νεκρών formal
- στις τελευταίες στιγμές της ζωής
-
θετός familiar
- σε επιστημονικούς κλάδους, θεωρίες ή διαδιακασίες που αφορούν την ψυχή
- σε ψυχικές ασθένειες
Παραδείγματα
“ψυχοφθόρος, ψυχαγωγώ”
“ψυχοπομπός”
“ψυχοσάββατο, ψυχόπιτα”
“ψυχομαχώ, ψυχοβγάλτης”
“ψυχοκόρη, ψυχομάνα”
“ψυχογλωσσολογία, ψυχοσύνθεση”
“ψυχίατρος, ψυχονεύρωση”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.