HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αποστρέφω | Babel Free

Verb CEFR B2
/a.poˈstɾe.fo/

Ορισμοί

στρέφω αλλού, προς άλλη κατεύθυνση), το πρόσωπο ή το βλέμμα μου, για να εκφράσω άρνηση, δυσαρέσκεια, περιφρόνηση κ.λπ.

Ισοδύναμα

English Avert

Παραδείγματα

“αποστρέφω το βλέμμα μου”
“※ Υπολόγισα πως η Πέρσα θα κόντευε πλέον τα είκοσι. Ίσως και να τα είχε πατήσει. Οι συνομήλικές της θα πήγαιναν στις σχολές τους ή θα δούλευαν πωλήτριες, θα έβγαιναν τα βράδια σε κλαμπ ή σε τσιπουράδικα. Ερχόταν άραγε πια καμιά κολλητή της να τη δει; Ή την είχαν όλοι της οι φίλοι ξεχάσει, κι όποτε χάζευαν νοσταλγικά φωτογραφίες από τους σχολικούς χορούς και από την πενταήμερη εκδρομή τους, απέστρεφαν ενστικτωδώς το βλέμμα τους από εκείνην;”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αποστρέφω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course