αποστρέφω
Ορισμοί
στρέφω αλλού, προς άλλη κατεύθυνση), το πρόσωπο ή το βλέμμα μου, για να εκφράσω άρνηση, δυσαρέσκεια, περιφρόνηση κ.λπ.
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of αποστρέφω.
Ισοδύναμα
25 more languages
עבריתבז
हिन्दीबचाना
Русскийгнушатьсяневзлюбитьотвергатьотвергнутьотвернутьотвернутьсяотворачиватьотворачиватьсяотвора́чиватьсяотворотитьсяотрыватьсяпредотвратитьпредотвращатьпредупредитьуволитьувольнять
ไทยรังเกียจ
Παραδείγματα
“αποστρέφω το βλέμμα μου”
“※ Υπολόγισα πως η Πέρσα θα κόντευε πλέον τα είκοσι. Ίσως και να τα είχε πατήσει. Οι συνομήλικές της θα πήγαιναν στις σχολές τους ή θα δούλευαν πωλήτριες, θα έβγαιναν τα βράδια σε κλαμπ ή σε τσιπουράδικα. Ερχόταν άραγε πια καμιά κολλητή της να τη δει; Ή την είχαν όλοι της οι φίλοι ξεχάσει, κι όποτε χάζευαν νοσταλγικά φωτογραφίες από τους σχολικούς χορούς και από την πενταήμερη εκδρομή τους, απέστρεφαν ενστικτωδώς το βλέμμα τους από εκείνην;”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free