Σημασία του αποστρέφω | Babel Free
a.poˈstɾe.foΟρισμοί
στρέφω αλλού, προς άλλη κατεύθυνση), το πρόσωπο ή το βλέμμα μου, για να εκφράσω άρνηση, δυσαρέσκεια, περιφρόνηση κ.λπ.
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of αποστρέφω.
Ισοδύναμα
עברית
בז
हिन्दी
बचाना
Русский
гнушаться
невзлюбить
отвергать
отвергнуть
отвернуть
отвернуться
отворачивать
отвора́чиваться
отворачиваться
отворотиться
отрываться
предотвратить
предотвращать
предупредить
уволить
увольнять
ไทย
รังเกียจ
Παραδείγματα
“αποστρέφω το βλέμμα μου”
“※ Υπολόγισα πως η Πέρσα θα κόντευε πλέον τα είκοσι. Ίσως και να τα είχε πατήσει. Οι συνομήλικές της θα πήγαιναν στις σχολές τους ή θα δούλευαν πωλήτριες, θα έβγαιναν τα βράδια σε κλαμπ ή σε τσιπουράδικα. Ερχόταν άραγε πια καμιά κολλητή της να τη δει; Ή την είχαν όλοι της οι φίλοι ξεχάσει, κι όποτε χάζευαν νοσταλγικά φωτογραφίες από τους σχολικούς χορούς και από την πενταήμερη εκδρομή τους, απέστρεφαν ενστικτωδώς το βλέμμα τους από εκείνην;”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free