Conjugation of αποστρέφω
a.poˈstɾe.foστρέφω αλλού, προς άλλη κατεύθυνση), το πρόσωπο ή το βλέμμα μου, για να εκφράσω άρνηση, δυσαρέσκεια, περιφρόνηση κ.λπ. Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποστρέφω |
| εσύ | αποστρέφεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποστρέφει |
| εμείς | αποστρέφουμε |
| εσείς | αποστρέφετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποστρέφουν |
Παρατατικός
| εγώ | απέστρεφα |
| εσύ | απέστρεφες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέστρεφε |
| εμείς | αποστρέφαμε |
| εσείς | αποστρέφατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέστρεφαν |
Αόριστος
| εγώ | απέστρεψα |
| εσύ | απέστρεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | απέστρεψε |
| εμείς | αποστρέψαμε |
| εσείς | αποστρέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | απέστρεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποστρέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποστρέψω |
| εσύ | αποστρέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποστρέψει |
| εμείς | αποστρέψουμε |
| εσείς | αποστρέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποστρέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | απόστρεφε |
| εσείς | αποστρέφετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | απόστρεψε |
| εσείς | αποστρέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποστρέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αποστρέφομαι |
| εσύ | αποστρέφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποστρέφεται |
| εμείς | αποστρεφόμαστε |
| εσείς | αποστρέφεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποστρέφονται |
Παρατατικός
| εγώ | αποστρεφόμουν |
| εσύ | αποστρεφόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποστρεφόταν |
| εμείς | αποστρεφόμασταν |
| εσείς | αποστρεφόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποστρέφονταν |
Αόριστος
| εγώ | αποστράφηκα |
| εσύ | αποστράφηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποστράφηκε |
| εμείς | αποστραφήκαμε |
| εσείς | αποστραφήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποστράφηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αποστραφώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αποστραφώ |
| εσύ | αποστραφείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | αποστραφεί |
| εμείς | αποστραφούμε |
| εσείς | αποστραφείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αποστραφούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | αποστρέφεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | αποστρέψου |
| εσείς | αποστραφείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αποστραφεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.