Meaning of στοιχειό | Babel Free
/stiˈço/Ορισμοί
- φάντασμα, πνεύμα ή άλλο υπερφυσικό ον
- το μέρος μιας σειράς, ενός συνόλου
- το φυσικό σώμα που δεν μπορεί να διαιρεθεί σε άλλα φυσικά σώματα με τις συνηθισμένες χημικές μεθόδους που δεν παρεμβαίνουν στον πυρήνα του ατόμου.
- χαρακτηριστικό ή ιδιότητα
- χαρακτηριστικά ή ιδιότητες που βοηθούν στην αναγνώριση προσώπου ή αντικειμένου
- το γεγονός ή εύρημα που οδηγεί στην υποστήριξη μιας άποψης ή στην εξιχνίαση μιας υπόθεσης
-
σύντομες πληροφορίες plural
- υποσύνολο ενός πληθυσμού
-
το μεταλλικό αντικείμενο σε σχήμα γράμματος που χαρακτηρίζεται από ορισμένη μορφή, μέγεθος κ.λπ.· ο τυπογραφικός χαρακτήρας letter
- οντότητα, αντικείμενο που ανήκει (είναι μέλος) σε ένα συνόλου
- (πληροφορική, HTML) αντικείμενο ή εντολή σε γλώσσα σήμανσης, που συνήθως ορίζονται με ετικέτες, όπως το στοιχείο: <h1>Μια επικεφαλίδα ... </h1> της HTML, που ορίζεται με τις ετικέτες <h1> και </h1>.
- (πληροφορική, XML) αντικείμενο που περιγράφει δεδομένα
Παραδείγματα
“Η ειλικρίνεια είναι στοιχείο του χαρακτήρα του.”
“Τα τέσσερα στοιχεία : ο αέρας, το νερό, η φωτιά και η γη που, κατά τους αρχαίους φιλοσόφους, αποτελούν τα δομικά στοιχεία της φύσης”
“ο περιοδικός πίνακας των στοιχείων”
“Παράρτημα:Περιοδικός πίνακας των στοιχείων στο Βικιλεξικό”
“Σ' αυτή τη σκηνή είναι έντονο το τραγικό στοιχείο.”
“Ο αστυνομικός μετά το ατύχημα ζήτησε από τους οδηγούς τα στοιχεία των ίδιων και των αυτοκινήτων τους.”
“Ο φάκελος της υπόθεσης έκλεισε ελλείψει στοιχείων.”
“Βιογραφικά στοιχεία”
“Η παρουσία του ελληνικού στοιχείου στις ΗΠΑ είναι έντονη.”
“Το περιοδικό θα τυπωθεί με στοιχεία 10 στιγμών.”
“※ Δεν είναι λίγοι και αυτοί που διασχίζουν θάλασσες ταμένοι από καιρό, αδιαφορώντας αν θα φιλά την πρύμνη του κακόβουλο το κύμα ή αν μέσα στ'άρμενα τ'αγέρι το σφοδρό δεν πνέει πρίμα, γιατί πιστεύουν δυνατά πως ο Άγιος που τους τραβά έχει τη δύναμη και τα στοιχειά τα φυσικά σαν τις ψυχές να γαληνεύει. (Ευστράτιος Δήσσος, Το Ιστορικό και τα Θαύματα του Ταξιάρχη Μανταμάδου, 2019)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.