HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

παράκαμψη

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C1 Standard
paˈɾa.kam.psi

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρακάμπτω
  2. το προσπέρασμα από το πλάι ενός εμποδίου ή σημείου, στην προσπάθεια κάποιου να το αποφύγει
  3. η αποφυγή ενός προβλήματος ή μιας δυσκολίας που συναντά κάποιος
    figuratively
  4. βλ. συνώνυμο: υποσκελισμός μεθόδου

Ισοδύναμα

21 more languages

Παραδείγματα

“Πήραμε την παράκαμψη για να αποφύγουμε την κίνηση.”

We took the bypass to avoid the traffic.

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη παράκαμψη σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free