Meaning of παράκαμψη | Babel Free
/paˈɾa.kam.psi/Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του παρακάμπτω
- το προσπέρασμα από το πλάι ενός εμποδίου ή σημείου, στην προσπάθεια κάποιου να το αποφύγει
-
η αποφυγή ενός προβλήματος ή μιας δυσκολίας που συναντά κάποιος figuratively
- βλ. συνώνυμο: υποσκελισμός μεθόδου
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.