HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of παρακαταβολή | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

στην αρχαία Ελλάδα, στο αττικό δίκαιο, λεγόταν το χρηματικό ποσό που όφειλε να καταθέσει ο ενάγων σε δίκες κληρονομικών υποθέσεων. Το χρηματικό ποσό αυτό επιστρεφόταν στον ενάγοντα εφόσον εκδιδόταν απόφαση υπέρ αυτού, διαφορετικά παρέμενε (κατέπιπτε) υπέρ του δημοσίου.

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See παρακαταβολή used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course