Meaning of κόβω | Babel Free
/ˈko.vo/Ορισμοί
- διαιρώ κάτι σε μικρότερα μέρη
- αφαιρώ ένα μέρος από κάτι· αποκόπτω
- διακόπτω κάτι ή κάποιον
- εγκαταλείπω, διακόπτω μια συνήθεια
- αναγκάζω κάποιον να διακόψει μια συνήθεια
-
υποθέτω ή δημιουργώ ή έχω μια γνώμη για τον χαρακτήρα κάποιου vulgar
- μετακινώ ένα τμήμα της τράπουλας από το πάνω στο κάτω μέρος της
- ως βαθμολογητής βάζω βαθμό κάτω από τη βάση σε κάποιον
-
για κρέμες όταν αλλοιώνεται η όψη και η γεύση τους επειδή το αυγό που περιέχεται στα υλικά τους βράζει intransitive
-
για το γάλα όταν έχει τυροποιηθεί μερικώς λόγω όξυνσης ή ηλικίας intransitive
-
στρίβω με όχημα ή πεζός intransitive
- παρεμβαίνω αμυντικά και αποτρέπω επιθετική κίνηση ή πάσα του αντιπάλου
Παραδείγματα
“Πότε θα κόψουμε την πρωτοχρονιάτικη πίτα;”
When shall we cut the New Year pie?
“Το κείμενο είναι πολύ μεγάλο, να κόψουμε κάτι.”
There is too much text, we need to cut something.
“Έκοψε τάξεις του.”
He cut his classes.
“Πότε θα κοπεί η πρωτοχρονιάτικη πίτα;”
“Έκοψε ένα κλαδί από το δέντρο - το κείμενο είναι πολύ μεγάλο, να κόψουμε κάτι”
“Κόπηκε ένα κλαδί από το δέντρο”
“Τον έκοψαν πάνω στο καλύτερο.”
“κόβω το κάπνισμα”
“Πότε θα κόψεις το παλιοτσίγαρο;”
“Από δω και πέρα κόβονται τα περιττά έξοδα.”
“Θα του τα κόψω εγώ αυτά.”
“Δεν τον έκοψες τι κουμάσι ήταν;”
“Εγώ σε κόβω για πολύ καλό μαθητή και ελπίζω να μη με απογοητεύσεις στις εξετάσεις.”
“κόπηκε στα μαθηματικά”
“Αν δεν ανακατεύεις συνέχεια το αβγολέμονο, θα σου κόψει.”
“Ποιος ξέρει πόσες μέρες το έχει αυτό το γάλα, έβαλα να το ζεστάνω και αυτό έκοψε.”
“※ Ο Γκανίας αγόρασε ένα κουλούρι κι έκοψε απ’ την οδό Ακαδημίας. (Τάσος Αθανασιάδης (1984) Οι τελευταίοι εγγονοί [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.