HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← κόβω — definition

Conjugation of κόβω

Regular CEFR C1
ˈko.vo

για κρέμες όταν αλλοιώνεται η όψη και η γεύση τους επειδή το αυγό που περιέχεται στα υλικά τους βράζει Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κόβω
εσύ κόβεις
αυτός / αυτή / αυτό κόβει
εμείς κόβουμε
εσείς κόβετε
αυτοί / αυτές / αυτά κόβουν
Παρατατικός
εγώ έκοβα
εσύ έκοβες
αυτός / αυτή / αυτό έκοβε
εμείς κόβαμε
εσείς κόβατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκοβαν
Αόριστος
εγώ έκοψα
εσύ έκοψες
αυτός / αυτή / αυτό έκοψε
εμείς κόψαμε
εσείς κόψατε
αυτοί / αυτές / αυτά έκοψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κόψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κόψω
εσύ κόψεις
αυτός / αυτή / αυτό κόψει
εμείς κόψουμε
εσείς κόψετε
αυτοί / αυτές / αυτά κόψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ κόβε
εσείς κόβετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κόψε
εσείς κόψτε
Απαρέμφατο αορίστου
κόψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ κόβομαι
εσύ κόβεσαι
αυτός / αυτή / αυτό κόβεται
εμείς κοβόμαστε
εσείς κόβεστε
αυτοί / αυτές / αυτά κόβονται
Παρατατικός
εγώ κοβόμουν
εσύ κοβόσουν
αυτός / αυτή / αυτό κοβόταν
εμείς κοβόμασταν
εσείς κοβόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά κόβονταν
Αόριστος
εγώ κόπηκα
εσύ κόπηκες
αυτός / αυτή / αυτό κόπηκε
εμείς κοπήκαμε
εσείς κοπήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά κόπηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα κοπώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ κοπώ
εσύ κοπείς
αυτός / αυτή / αυτό κοπεί
εμείς κοπούμε
εσείς κοπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά κοπούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς κόβεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ κόψου
εσείς κοπείτε
Απαρέμφατο αορίστου
κοπεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary