HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κακία | Babel Free

Noun feminine CEFR B2 Standard
/kaˈci.a/

Ορισμοί

  1. η ιδιότητα του κακού, η επιθυμία ή η τάση να κάνει κάποιος κακές πράξεις
  2. γυναικείο επώνυμο
  3. γυναικείο όνομα
  4. λόγος ή πράξη που δείχνει έχθρα και αποσκοπεί στο να πληγώσει τον άλλον
  5. η μνησικακία, το να κρατάει κάποιος μέσα του την ανάμνηση του κακού που του έκανε κάποιος άλλος

Ισοδύναμα

English evil Malice

Παραδείγματα

“Ο Ηρακλής έπρεπε να διαλέξει ποιον δρόμο θα ακολουθήσει: τον δρόμο της αρετής ή τον δρόμο της κακίας;”
“αυτό που είπες ήταν μεγάλη κακία”
“μου κρατάει κακία για κάτι που έγινε πριν από πολλά χρόνια”
“Ώστε δε δέχεσαι τη συγγνώμη μου; Η κακία θα σου μείνει!”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κακία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course