Meaning of κακία | Babel Free
/kaˈci.a/Ορισμοί
- η ιδιότητα του κακού, η επιθυμία ή η τάση να κάνει κάποιος κακές πράξεις
- γυναικείο επώνυμο
- γυναικείο όνομα
- λόγος ή πράξη που δείχνει έχθρα και αποσκοπεί στο να πληγώσει τον άλλον
- η μνησικακία, το να κρατάει κάποιος μέσα του την ανάμνηση του κακού που του έκανε κάποιος άλλος
Παραδείγματα
“Ο Ηρακλής έπρεπε να διαλέξει ποιον δρόμο θα ακολουθήσει: τον δρόμο της αρετής ή τον δρόμο της κακίας;”
“αυτό που είπες ήταν μεγάλη κακία”
“μου κρατάει κακία για κάτι που έγινε πριν από πολλά χρόνια”
“Ώστε δε δέχεσαι τη συγγνώμη μου; Η κακία θα σου μείνει!”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.