Σημασία του δένω | Babel Free
ˈðe.noΟρισμοί
- συνδέω κάτι με κάτι άλλο, το ενσωματώνω ή το κάνω να προσεγγίσει αρκετά, το σταθεροποιώ
- περιορίζω τις κινήσεις ανθρώπου ή ζώου, τον κρατάω δέσμιο με διάφορα μέσα ή περιορίζω κάτι σημαντικό για την ελευθερία του
- περιορίζω κάτι επικίνδυνο για την υγεία,
- σταθεροποιώ αντικείμενο με σχοινί ή άλλο μέσο, στερεώνω κάτι ώστε να είναι στη θέση που θέλω (για πλωτά μέσα, πιάνω σε λιμάνι)
- εξασφαλίζω κάτι
- εξασφαλίζω ότι ένα δεμένο σχοινί ή παρόμοιο υλικό δεν θα χαλαρώσει
- σταθεροποιούμαι και ολοκληρώνω την ανάπτυξή μου
- ωριμάζει φαγητό που απαιτεί χρόνο
- συνδέω συναισθηματικά ή διανοητικά (κυρίως η μετοχή δεμένος)
- εναρμονίζομαι, ταιριάζω
- περιβάλλω με μια λουρίδα υφάσματος, συνήθως ένα μέρος του σώματος
- συνδέω, συναρμολογώ μεθοδικά τα διάφορα τμήματα από τα οποία αποτελείται ένα αντικείμενο, μια μηχανή
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of δένω.
Ισοδύναμα
Azərbaycanca
taxmaq
Bosanski
atar
grušati
koagulirati
něčto
privezati
ugrušati
vezati
везати
грушати
коагулирати
привезати
сирити
угрушати
Cymraeg
mwgwd
Dansk
hæfte
Deutsch
Augenbinde
befestigen
binden
binden
blind machen
die Augen verbinden
festbinden
festmachen
gerinnen
koagulieren
vertäuen
English
assemble
assemble
attached
attached
attached
Bandage
bandage
bind
Bind
Blindfold
blindfold
blindfold
blindfold
bond
bond
bond
close
close
close
close
coagulate
fasten
fasten
Leash
moor
set
set
set
Thicken
thicken
tie
Tie
tie down
tie someone's hands
tie up
Esperanto
okulkovro
فارسی
بستن
Français
attacher
aveuglément
bandeau
bandeau (sur les yeux)
bander
bander les yeux
fixer
lier
nouer
voile
Hrvatski
atar
grušati
koagulirati
něčto
privezati
ugrušati
vezati
везати
грушати
коагулирати
привезати
сирити
угрушати
Magyar
rögzít
ខ្មែរ
ចងភ្នែក
Lietuvių
segti
Русский
завя́зывать глаза́
закрепить
закреплять
крепить
повязка
повя́зка на глаза́
привязать
привязывать
швартовать
шоры
Српски
atar
grušati
koagulirati
něčto
privezati
ugrušati
vezati
везати
грушати
коагулирати
привезати
сирити
угрушати
Tagalog
piring
Türkçe
yanaşmak
Українська
швартувати
Παραδείγματα
“Δένει κόμπο.”
He ties a knot.
“Το καΐκι δένει στο λιμάνι.”
The caique ties up in the harbour.
“Ο νόμος μάς δένει τα χέρια.”
The law ties our hands.
“του έδεσαν το χέρι μέχρι να δέσει το κόκαλο”
“δεν έδεσε καλά το σιρόπι”
“οι χρυσοχόοι δένουν το χρυσό κατά την επεξεργασία του”
“δένουν το διαμάντι στο χρυσό δαχτυλίδι”
“έδεσε πρόχειρα το σκυλάκι σε μια κολώνα γιατί δεν την άφησαν να μπει στο φούρνο μαζί του”
“τον έδεσαν και τον έριξαν στη φυλακή”
“του έδεσαν τα μάτια για να μην τους αναγνωρίσει όταν θα έβγαζαν τις κουκούλες”
“τον έδεσαν με ξόρκια”
“τον έδεσε με έξυπνο προγαμιαίο συμφωνητικό”
“τον έδεσαν με βαρύ όρκο”
“έδεσαν προσεκτικά το τραύμα για να σταματήσουν την αιμορραγία και να μη μολυνθεί η πληγή”
“το καράβι δένει στο λιμάνι”
“δένω σελίδες βιβλίου ώστε να μένουν διατεταγμένες σε μια σειρά και να μην σκορπίζουν (βιβλιοδετώ, χαρτοδετώ)”
“δένω τα κορδόνια μου (για να είναι σταθερό, να μη μπαινοβγαίνει το παπούτσι)”
“δένω τα στάχυα, δένω τα μαλλιά μου”
“έδεσε το γάιδαρό της”
“δένω κόμπο τη γραβάτα”
“δένει ο καρπός (δεν πέφτει πρόωρα, δεν ξεραίνεται προτού καλοσχηματιστεί)”
“δένει το τουρσί σε 3 με 4 βδομάδες περίπου (αποκτά ενιαία υφή και σωστή γεύση)”
“είναι δεμένη οικογένεια”
“ήταν δεμένο κείμενο (με ειρμό, καλή ανάπτυξη, σφιχτό, αρκετά αναλυτικό εκεί που ήταν απαραίτητο)”
“ήρθε κι έδεσε”
“η μουσική έδενε πολύ σωστά με τη σκηνοθεσία του”
“Tου έδεσαν τα μάτια και τον οδήγησαν στο κρυσφύγετό τους.”
“Μπορώ να λύσω και να δέσω ένα ρολόι σε μια ώρα.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free