HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δένω — definition

Conjugation of δένω

Regular CEFR C2
ˈðe.no

σταθεροποιώ αντικείμενο με σχοινί ή άλλο μέσο, στερεώνω κάτι ώστε να είναι στη θέση που θέλω (για πλωτά μέσα, πιάνω σε λιμάνι) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δένω
εσύ δένεις
αυτός / αυτή / αυτό δένει
εμείς δένουμε
εσείς δένετε
αυτοί / αυτές / αυτά δένουν
Παρατατικός
εγώ έδενα
εσύ έδενες
αυτός / αυτή / αυτό έδενε
εμείς δέναμε
εσείς δένατε
αυτοί / αυτές / αυτά έδεναν
Αόριστος
εγώ έδεσα
εσύ έδεσες
αυτός / αυτή / αυτό έδεσε
εμείς δέσαμε
εσείς δέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έδεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δέσω
εσύ δέσεις
αυτός / αυτή / αυτό δέσει
εμείς δέσουμε
εσείς δέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δένε
εσείς δένετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δέσε
εσείς δέστε
Απαρέμφατο αορίστου
δέσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δένομαι
εσύ δένεσαι
αυτός / αυτή / αυτό δένεται
εμείς δενόμαστε
εσείς δένεστε
αυτοί / αυτές / αυτά δένονται
Παρατατικός
εγώ δενόμουν
εσύ δενόσουν
αυτός / αυτή / αυτό δενόταν
εμείς δενόμασταν
εσείς δενόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά δένονταν
Αόριστος
εγώ δέθηκα
εσύ δέθηκες
αυτός / αυτή / αυτό δέθηκε
εμείς δεθήκαμε
εσείς δεθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δέθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δεθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δεθώ
εσύ δεθείς
αυτός / αυτή / αυτό δεθεί
εμείς δεθούμε
εσείς δεθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δεθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δένεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δέσου
εσείς δεθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δεθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary