Conjugation of δένω
ˈðe.noσταθεροποιώ αντικείμενο με σχοινί ή άλλο μέσο, στερεώνω κάτι ώστε να είναι στη θέση που θέλω (για πλωτά μέσα, πιάνω σε λιμάνι) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δένω |
| εσύ | δένεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δένει |
| εμείς | δένουμε |
| εσείς | δένετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δένουν |
Παρατατικός
| εγώ | έδενα |
| εσύ | έδενες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έδενε |
| εμείς | δέναμε |
| εσείς | δένατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έδεναν |
Αόριστος
| εγώ | έδεσα |
| εσύ | έδεσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έδεσε |
| εμείς | δέσαμε |
| εσείς | δέσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έδεσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δέσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δέσω |
| εσύ | δέσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δέσει |
| εμείς | δέσουμε |
| εσείς | δέσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δέσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | δένε |
| εσείς | δένετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δέσε |
| εσείς | δέστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δέσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δένομαι |
| εσύ | δένεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | δένεται |
| εμείς | δενόμαστε |
| εσείς | δένεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δένονται |
Παρατατικός
| εγώ | δενόμουν |
| εσύ | δενόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | δενόταν |
| εμείς | δενόμασταν |
| εσείς | δενόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δένονταν |
Αόριστος
| εγώ | δέθηκα |
| εσύ | δέθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δέθηκε |
| εμείς | δεθήκαμε |
| εσείς | δεθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δέθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δεθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δεθώ |
| εσύ | δεθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | δεθεί |
| εμείς | δεθούμε |
| εσείς | δεθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δεθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | δένεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δέσου |
| εσείς | δεθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δεθεί |