Meaning of αράζω | Babel Free
/aˈra.zo/Ορισμοί
-
φέρνω το πλοίο στο λιμάνι transitive
- πολυτονική γραφή του αράζω
-
αγκυροβολώ intransitive, vulgar
-
σταθμεύω, παρκάρω ένα τροχοφόρο όχημα intransitive, vulgar
-
βρίσκω καταφύγιο έπειτα από περιπλανήσεις ή δοκιμασίες figuratively, vulgar
-
τεμπελιάζω figuratively, vulgar
Παραδείγματα
“Το πλοίο άραξε στο λιμάνι.”
The ship docked at the harbour.
“Άραχ’ το αυτοκίνητο να πάμε να πιούμε κανέναν καφέ.”
Park the car and let's go for a coffee.
“Αράζω στον καναπέ και βλέπω τηλεόραση.”
I lie on the couch and watch television.
“στα καῒκια τ' αραγμένα, τα δεμένα, στα καῒκια που δεν πάνε πουθενά (Ζαχ. Παπαντωνίου)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.