HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← αράζω — definition

Conjugation of αράζω

Regular CEFR C2
aˈra.zo

βρίσκω καταφύγιο έπειτα από περιπλανήσεις ή δοκιμασίες Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ αράζω
εσύ αράζεις
αυτός / αυτή / αυτό αράζει
εμείς αράζουμε
εσείς αράζετε
αυτοί / αυτές / αυτά αράζουν
Παρατατικός
εγώ άραζα
εσύ άραζες
αυτός / αυτή / αυτό άραζε
εμείς αράζαμε
εσείς αράζατε
αυτοί / αυτές / αυτά άραζαν
Αόριστος
εγώ άραξα
εσύ άραξες
αυτός / αυτή / αυτό άραξε
εμείς αράξαμε
εσείς αράξατε
αυτοί / αυτές / αυτά άραξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα αράξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ αράξω
εσύ αράξεις
αυτός / αυτή / αυτό αράξει
εμείς αράξουμε
εσείς αράξετε
αυτοί / αυτές / αυτά αράξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ άραζε
εσείς αράζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ άραξε
εσείς αράξτε
Απαρέμφατο αορίστου
αράξει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary