Conjugation of αράζω
aˈra.zoβρίσκω καταφύγιο έπειτα από περιπλανήσεις ή δοκιμασίες Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | αράζω |
| εσύ | αράζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αράζει |
| εμείς | αράζουμε |
| εσείς | αράζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αράζουν |
Παρατατικός
| εγώ | άραζα |
| εσύ | άραζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άραζε |
| εμείς | αράζαμε |
| εσείς | αράζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άραζαν |
Αόριστος
| εγώ | άραξα |
| εσύ | άραξες |
| αυτός / αυτή / αυτό | άραξε |
| εμείς | αράξαμε |
| εσείς | αράξατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | άραξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα αράξω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | αράξω |
| εσύ | αράξεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | αράξει |
| εμείς | αράξουμε |
| εσείς | αράξετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | αράξουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | άραζε |
| εσείς | αράζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | άραξε |
| εσείς | αράξτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | αράξει |